Γρηγοριανό μέλος

Όρος με τον οποίο υποδηλώνεται ολόκληρος ο μουσικός πολιτισμός της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας, που άνθησε ακόμα και πριν από τον πάπα Γρηγόριο Α’ τον Μέγα, και συνεχίστηκε έως την υστερομεσαιωνική περίοδο. Το Γ.μ. είναι αυστηρά μονοφωνικό και εκφράζει το βασικό εκείνο στοιχείο που χαρακτηρίζει και ενοποιεί τη λατινική εκκλησιαστική παιδεία, στοιχείο που ξεχωρίζει την καθολική λειτουργία από εκείνες της Ορθόδοξης, της Γαλλικανικής, της Αγγλικανικής, της Αμβροσιανής Εκκλησίας, καθώς και της εκείνης των Ισπανών χριστιανών που βρίσκονται κάτω από την αραβική κυριαρχία. Στην εκκλησιαστική μουσική της Δύσης, που απέκτησε αυτοτέλεια μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε δυτικό και ανατολικό κράτος (395 μ.Χ.), είχαν συμπεριληφθεί, εκτός από στοιχεία βυζαντινής προέλευσης, και άλλα αυτόχθονα, που είτε προϋπήρχαν του εκχριστιανισμού των βαρβαρικών λαών είτε δημιουργήθηκαν μετά από αυτόν. Τον 6o αι. ο πάπας Γρηγόριος Α’ ο Μέγας, αφού αναγνώρισε τα λατινικά ως επίσημη γλώσσα της Δυτ. Καθολικής Εκκλησίας (στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες επίσημη γλώσσα ήταν η ελληνική), ίδρυσε τη Schola cantorum και κωδικοποίησε όλα τα στοιχεία αυτά στο Antiphonarius cento,που γρήγορα διαδόθηκε σε ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη. Έκτός από τα αντιφωνάρια (ανθολογίες με μέλη που προορίζονται για λειτουργικές), το Γ.μ. συναντάται αργότερα στο Ψαλτήριο και στο Graduate, βιβλία που περιέχουν μέλη τα οποία προορίζονται για τη λειτουργία. Αρχικά, το Γ.μ. μεταδιδόταν προφορικά. Αργότερα βρέθηκε τρόπος μουσικής σημειογραφίας, που τελειοποιήθηκε σιγά-σιγά, περνώντας από διάφορες φάσεις. Έτσι τη φάση της χειρονομικής σημειογραφίας (όπου με χειρονομίες υποδεικνυόταν το ανέβασμα ή το κατέβασμα της μελωδικής γραμμής), ακολούθησε η φάση της σημειογραφίας με γράμματα του αλφαβήτου και τελικά εκείνη της νευματογραφίας, όπου το τονικό ύψος των μουσικών φθόγγων υποδηλωνόταν κατά προσέγγιση, χάρη σε ειδικά σημάδια (νεύματα) που αρχικά γράφονταν πάνω σε ένα ειδικό τετράγραμμο. Σταδιακά, με την αντικατάσταση των λατινικών από τις εθνικές γλώσσες, η ενοποιητική λειτουργία του Γ.μ. εξαντλήθηκε, φτάνοντας στο σημείο να νοθευτεί και να αναμειχθεί με τις νέες, πολυφωνικές και οργανικές μουσικές εμπειρίες, στις οποίες δάνεισε, όλο τον 16o αι., τη γοητεία των μελωδιών του, που τώρα πια αποτελούν αντικείμενο μελέτης μερικών θρησκευτικών ιδρυμάτων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μονωδία — Μέλος για μια μόνο φωνή χωρίς συνοδεία, που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα έως τον 9o αι., δηλαδή έως την έναρξη της εποχής της πολυφωνίας. Η περίοδος της μ. ονομάστηκε μονωδιακή ή ομοφωνική, όρος που σημαίνει ότι μια ομάδα… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • μουσική — Αρχαιότατες είναι οι μαρτυρίες για τη μουσική εμπειρία. Οι πιο μακρινές ανάγονται στον αιγυπτιακό πολιτισμό, που ήδη τον 4o αι. π.Χ. παρουσίαζε αφθονία πνευστών οργάνων (αυλοί και σάλπιγγες) και έγχορδων (άρπες). Στα αρχαία ινδικά κείμενα (Βέδες) …   Dictionary of Greek

  • Πεντερέτσκι, Κριστόφ — (Penderecki Kzrystof, Ντέμπικα 1933 –) Πολωνός συνθέτης. Σπούδασε μουσική στο Ωδείο της Κρακοβίας και ξαφνικά απέκτησε διεθνή φήμη το 1959, όταν κέρδισε και τα τρία βραβεία του διαγωνισμού σύνθεσης της Ένωσης Πολωνών Συνθετών, με τα έργα του… …   Dictionary of Greek

  • Ελβετία — Επίσημη ονομασία: Ελβετική Συνομοσπονδία Έκταση: 41.285 τ. χλμ Πληθυσμός: 7.258.900 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Βέρνη (122.500 κάτ. το 2001)Κράτος της κεντρικής Ευρώπης. Συνορεύει Δ με τη Γαλλία, Β με τη Γερμανία, Α με την Αυστρία και το Λιχτενστάιν… …   Dictionary of Greek

  • Αυστρία — I (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 18 Μαρτίου 1874. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,1 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και 10,8 από τον Ήλιο. II Κράτος της κεντρικής… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Ισπανία — Επίσημη ονομασία: Βασίλειο της Ισπανίας Έκταση: 504.782 τ. χλμ. Πληθυσμός: 40.037.995 (2001) Πρωτεύουσα: Μαδρίτη (2.882.860 κάτ. το 2000)Κράτος της νοτιοδυτικής Ευρώπης, στην Ιβηρική χερσόνησο. Συνορεύει στα ΒΑ με τη Γαλλία και την Ανδόρα, στα Δ… …   Dictionary of Greek

  • αντίστιξη — Μέρος της μουσικής θεωρίας, που καθορίζει τους κανόνες συνδυασμών δύο ή περισσότερων μελωδιών και μελετά τις δυνατότητες υπέρθεσης διαφόρων μελωδικών γραμμών στην οριζόντιά τους ανάπτυξη και σε σχέση με τη θέση του ενός φθόγγου προς τον άλλο. Η… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.